Για να ξεχάσω φύτεψα εφτά Ζέρμπερες , έξι Μαργαρίτες και ένα Αγιόκλιμα. Είναι Φλεβάρης και τον Φλεβάρη δεν φυτεύουν λουλούδια είπε γεμάτη χαρούμενη κακία η ιδιοκτήτρια του φυτώριου. Έλα πάλι τον Μάρτη . Τον Μάρτη κυρία μου θα’ναι αργά. Ύπνος στις τρεις, εγερτήριο στις εφτά , καφές καραβίσιος μία – μία, Αθήνα , εντός , δύο χιλιάδες έντεκα. Αίγυπτος , Λιβύη , Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας τα μάτια του Φλορεντίνο Αρίσα , τα μακριά μαλλιά της Φερμίνα, το πεσμένο της στήθος, 51 χρόνια, 9 μήνες και 4 μέρες μετά. Το τέλος της ταινίας που με βρίσκει με τα πόδια μουδιασμένα στον καναπέ και με μια μισομασημένη μπουκιά άψητου τοστ στο στόμα. Kι ας μου έφτιαξες ένα ολόκληρο πιάτο πατάτες τηγανητές , κι ας είσαι δίπλα μου χωρίς να το ξέρω κι ας φωνάζουν όλα γύρω μας πως χρόνια μετά θα βγάζω κι εγώ την μπλούζα μου μπροστά σου και δεν θα ντρέπομαι για τίποτα συρρικνωμένο πάνω μου, ούτε για την πλάτη μου , ούτε για την ζαρωμένη μου κοιλιά, λίγο ίσως για την συρρικνωμένη μου συνείδηση. Κι αν οι ώμοι μου πονάνε, όταν μου λες παίξε μου κάτι για να κοιμηθώ και δεν μπορώ, θα στο τραγουδάω . Μπορεί και να μου λείπουν δόντια ή να έχω ψεύτικα από εκείνα που σε κάνουν και ψευδίζεις στην προσπάθεια να πεις , αλλά εσύ θα αγαπάς ακόμα κι αυτά και ακόμα θα με ψάχνεις. Γιατί δεν υπάρχει ωραιότερο πράγμα στον κόσμο κάποιος να ψάχνει να σε βρει όταν χάνεσαι , να σε τυλίγει με ένα ζεστό παλτό και να σε γυρίζει πίσω. Μου φτάνεις. Και μου φτάνει που την αγκαλιά που έχω το βράδυ όταν ανεβαίνει ο πυρετός και τρέμω απ’ το κρύο, για κάποιους ανθρώπους την αξίζω. Μήνας ερωτηματικών και σεναρίων . Θα αντέξει το πνευμόνι μου τόσο κάπνισμα ή μετράω μήνες; Θα σταματήσουν οι λέξεις να έχουν δύο νοήματα ένα για κάθε συζητητή ; Nα ξαναμιλήσω αργότερα όταν γνωρίζουμε λιγότερα ο ένας για τον άλλο ή να το διαλύσουμε ήσυχα ήσυχα; Ponstan κι ας βλάπτει τα νεφρά ή πέντε κουτάκια μπύρας; Περιγράφεται ένας άνθρωπος με τρεις λέξεις ; " Που έχεις το μυαλό σου ηλίθια;" o οδηγός από πίσω κορνάρει κι οι μέρες περνούν λες και ζω στις σελίδες κατασκοπικού βίπερ. Πολιτικά παιχνίδια, αθώοι θάνατοι, ελληνικό σόου μπιζ. Κοσμήματα και αξεσουάρ της Τρέμη. "Καλώς ήρθατε στον γνωστό οίκο κοσμημάτων Van Cleef and Arpels. 8.500 το κομμάτι ρε πεινασμένοι κομπλεξικοί" . Το πρωί όλα μυρίζουν αλλιώς. Το πρωί γινόμαστε ατρόμητοι Ινδιάνοι στολισμένοι με πολύχρωμα φτερά. Είναι ευκολότερο να κάνουμε πως δεν έχουμε ιδέα. Πως δεν ξετύλιξαν τα δικά μας χέρια εκείνο το γαμημένο χάρτη θησαυρού, πως δεν κλάψαμε κουλουριασμένοι ο ένας στην αγκαλιά του άλλου επειδή δεν σκάψαμε ποτέ να τον βρούμε. Αλλά δεν είναι αυτό που τελικά με στοιχειώνει. Όχι. Ούτε ο δρόμος ούτε ο τρόμος . Μόνο η απόσταση που μας χωρίζει απ’ τη ζωή κι εγώ, που είμαι ο κεντρικός ήρωας της δικής μου, που με μάχομαι, με εκθέτω , με εξυψώνω, με χλευάζω, με διασύρω. Που είναι πολύ αργά για να μεγαλώσω αλλά αν κάποτε τα καταφέρω θα γίνω επαγγελματίας οπλίτης. Επαγγελματίας οπλίτης Μ.Β. Ευπειθώς αναφέρω ότι η αγάπη μου είναι κοπρόσκυλο, αλλά όχι αγέλης κύριε δικοικητά…
6619 Days Of Waiting/Two against all - The best pessimist
Όταν ήμασταν πιτσιρίκια σκαρφαλώναμε στο δέντρο απέναντι από το σπίτι σου και ανάμεσα στα κλαδιά του φοράγαμε στο κεφάλι μας τα υπερ σούπερ διαστημικά μας πατίνια και το αφήναμε να την κάνει για κόσμους άλλους. Η μάνα σου έβγαινε τότε στο παράθυρο τσιρίζοντας χωρίς ποτέ να μπορέσει να προφέρει το ρο "Πότε θα φτιάξεις το μπουδέλο το δωμάτιό σου;” κι εγώ για χρόνια πίστευα πως από τα μπουρδέλα λείπει ένα γράμμα, ότι είναι τόσο όμορφα όσο το δικό σου και ότι στους τοίχους τους έχουν αφίσες του Spiderman και κάτω από το κρεβάτι τους αυτοκόλλητα και αποκόμματα από τους «Πιστολέρος». Με χρήματα δανεικά αγοράζαμε παιχνίδια από το ψιλικατζίδικο για τα ζητιανάκια μα σχεδόν κάθε φορά τα κρατούσαμε για δικά μας , και κάθε Σάββατο απόγευμα κατεβαίναμε στη θάλασσα και μαθαίναμε το μπλε. Στην πραγματικότητα ποτέ δεν αφήσαμε κανέναν να μας το πειράξει . Δεν προλάβαιναν . Το φορούσαν για λίγο και τους έπεφτε ρούχο φαρδύ και βαρύ για τα κυβικά τους. Άλλοι το δίπλωναν και άθιχτο το έβαζαν πίσω στη θέση του, άλλοι το λέκιαζαν λίγο στα μανίκια και το πέταγαν στα άπλυτα όταν πια δεν κρυώναν κι άλλους τους αφήναμε να νομίζουν πως δεν τους είδαμε να κόβουν ότι κλωστούλα περίσσευε και να την βάζουν αγχωμένα και γρήγορα στην τσέπη τους. Είδαμε ανθρώπους να γαμιούνται, όχι από καύλα ή έστω συνήθεια, αλλά από μια συντριπτική ανάγκη οικειότητας. Κάποιες φορές κάναμε κι εμείς ακριβώς το ίδιο ή ακόμα χειρότερα πηδήξαμε ανθρώπους από μνήμης κι ύστερα αγωνιζόμασταν να μην αναγνωρίσουμε πάνω τους κάτι από τον εαυτό μας. Σου έλεγα ότι ονειρεύτηκα έναν πρίγκηπα με διαμαντένιο στέμα και τενεκεδένια καρδιά , ότι μ'αρέσει να βάζω πετραδάκια πάνω στην κοιλιά μου όταν στενοχωριέμαι και ότι μια μέρα θα γίνω καλλιτέχνης. Πλάγιαζα δίπλα σου τα βράδια και με έβλεπες να μεγαλώνω. Δώδεκα , δεκατρία, δεκατέσσερα, δεκαεφτά. Είδες τον πατέρα μου να κλαίει στην αποφοίτησή μου, είδες εμένα να αγωνίζομαι να γελάσω όταν μπήκες στο πιο άκαρδο αεροπλάνο του κόσμου φεύγοντας μακριά, ήσουν εκεί στο μεγάλο αντίο, δίπλα σου είχα ακόμα μια αμυδρή υποψία ότι υπήρχα. Δεν την μυρίσαμε απλώς τη ζωή. Την μασήσαμε , την κατάπιαμε , καμιά φορά την ξεράσαμε κιόλας. Συναρπαστική και όμορφη σαν πόρνη πολυτελείας, που δεν πληρώνεται με χρήμα αλλά δέχεται πίστωση μόνο σε ανθρώπινο κρέας, χασάπικο σκέτο. Ψήφο στους παρακμιακά ρομαντικούς αυτού του κόσμου, ψήφο σ'εσένα. Που σε σκέφτομαι να χορεύεις στα Waverley Steps κι ο αέρας τους φυσάει μέσα μου μανιασμένα. Τεντώνομαι να σε χωρέσω , κι όταν μου λείπεις και δεν έχω λεφτά να τρέξω στην αγκαλιά σου, με πιάνει μέσα στη νύχτα μια τεράστια επιθυμία να βγω στους δρόμους αναμαλλιασμένη να παίξω τα άπαντα του Bartók για πάρτη σου, να καπνίζω σα φουγάρο να με λένε τρελή οι γείτονες, να γελάμε. Σου ανήκω, μα δεν με κατέχεις. Εγώ κι εσύ γεννηθήκαμε στου πολέμου της γης το ναυάγιο. Κι είμαστε ελεύθεροι. Ελεύθεροι αλλιώτικα.
Θα χαλάσω τα λιγοστά μου χρήματα και χωρίς δεύτερη σκέψη θα αγοράσω καινούργια γλώσσα. Όταν κάνεις μήνες να μιλήσεις η γλώσσα σου ξεχνά όλα όσα την είχες δασκαλέψει να μην λέει και περιμένει σαν μαλακισμένο μέχρι να τα βρείτε, να την σπιτώσεις ξανά και να αρχίσει να μαρτυρά στις άλλες γλώσσες τι τρέχει εκεί μέσα όταν γελάς , όταν λυπάσαι μα κυρίως όταν δεν μιλάς, να ανταλλάσουν συγχαρητήρια η μία με την άλλη για όσους μέχρι τώρα έχουν πονέσει και για όσα βαρύγδουπα έχουν πει. Εσύ άχνα δεν βγάζεις γιατί φοβάσαι , η ησυχία παγώνει τον λαιμό σου , τραβάς τα σκεπάσματα και σε σπρώχνεις στο παράθυρο να φτύσεις από εκεί στα κρυφά τους λυγμούς σου πάνω σε κανέναν χαρούμενο περαστικό. Μετά από καιρό αποφασίζεις να την αντικαταστήσεις με μια άλλη, αφού πρώτα μάθεις στις λέξεις σου να επιπλέουν και μετά να πετούν . Εντελώς πούστικη συμπεριφορά. Κάποιοι κάνουν το ίδιο με ανθρώπους, ακόμα και με τα παλιά τους cd που τα μετατρέπουν σε σουβέρ για τα ποτήρια ή σε σκιάχτρα για πουλιά. Αφού δεν έχω ακόμα γλώσσα και οι μυρωδιές μας πεθαίνουν ανάμεσα στα δόντια μου χωρίς να μπορώ να στις περιγράψω , να με πας σε κάποιον που ξέρει να λέει το χάδι. Να σου πει και το δικό μου . Όπως λένε τον καφέ...
Xνούδι:You may not believe it, but there are people who go through life with very little friction or distress. They dress well, eat well, sleep well. They are contented with their family life. They have moments of grief but all in all they are undisturbed and often feel very good. And when they die it is an easy death, usually in their sleep. I am not one of them. Oh no, I am not one of them, i am not even near to being one of them. They are THERE and I am HERE". (The Aliens by Charles Bukowski)