Saturday, February 19, 2011
Πάμε στα φώτα!
Όταν ήμασταν πιτσιρίκια σκαρφαλώναμε στο δέντρο απέναντι από το σπίτι σου και ανάμεσα στα κλαδιά του φοράγαμε στο κεφάλι μας τα υπερ σούπερ διαστημικά μας πατίνια και το αφήναμε να την κάνει για κόσμους άλλους. Η μάνα σου έβγαινε τότε στο παράθυρο τσιρίζοντας χωρίς ποτέ να μπορέσει να προφέρει το ρο "Πότε θα φτιάξεις το μπουδέλο το δωμάτιό σου;” κι εγώ για χρόνια πίστευα πως από τα μπουρδέλα λείπει ένα γράμμα, ότι είναι τόσο όμορφα όσο το δικό σου και ότι στους τοίχους τους έχουν αφίσες του Spiderman και κάτω από το κρεβάτι τους αυτοκόλλητα και αποκόμματα από τους «Πιστολέρος». Με χρήματα δανεικά αγοράζαμε παιχνίδια από το ψιλικατζίδικο για τα ζητιανάκια μα σχεδόν κάθε φορά τα κρατούσαμε για δικά μας , και κάθε Σάββατο απόγευμα κατεβαίναμε στη θάλασσα και μαθαίναμε το μπλε. Στην πραγματικότητα ποτέ δεν αφήσαμε κανέναν να μας το πειράξει . Δεν προλάβαιναν . Το φορούσαν για λίγο και τους έπεφτε ρούχο φαρδύ και βαρύ για τα κυβικά τους. Άλλοι το δίπλωναν και άθιχτο το έβαζαν πίσω στη θέση του, άλλοι το λέκιαζαν λίγο στα μανίκια και το πέταγαν στα άπλυτα όταν πια δεν κρυώναν κι άλλους τους αφήναμε να νομίζουν πως δεν τους είδαμε να κόβουν ότι κλωστούλα περίσσευε και να την βάζουν αγχωμένα και γρήγορα στην τσέπη τους. Είδαμε ανθρώπους να γαμιούνται, όχι από καύλα ή έστω συνήθεια, αλλά από μια συντριπτική ανάγκη οικειότητας. Κάποιες φορές κάναμε κι εμείς ακριβώς το ίδιο ή ακόμα χειρότερα πηδήξαμε ανθρώπους από μνήμης κι ύστερα αγωνιζόμασταν να μην αναγνωρίσουμε πάνω τους κάτι από τον εαυτό μας. Σου έλεγα ότι ονειρεύτηκα έναν πρίγκηπα με διαμαντένιο στέμα και τενεκεδένια καρδιά , ότι μ'αρέσει να βάζω πετραδάκια πάνω στην κοιλιά μου όταν στενοχωριέμαι και ότι μια μέρα θα γίνω καλλιτέχνης. Πλάγιαζα δίπλα σου τα βράδια και με έβλεπες να μεγαλώνω. Δώδεκα , δεκατρία, δεκατέσσερα, δεκαεφτά. Είδες τον πατέρα μου να κλαίει στην αποφοίτησή μου, είδες εμένα να αγωνίζομαι να γελάσω όταν μπήκες στο πιο άκαρδο αεροπλάνο του κόσμου φεύγοντας μακριά, ήσουν εκεί στο μεγάλο αντίο, δίπλα σου είχα ακόμα μια αμυδρή υποψία ότι υπήρχα. Δεν την μυρίσαμε απλώς τη ζωή. Την μασήσαμε , την κατάπιαμε , καμιά φορά την ξεράσαμε κιόλας. Συναρπαστική και όμορφη σαν πόρνη πολυτελείας, που δεν πληρώνεται με χρήμα αλλά δέχεται πίστωση μόνο σε ανθρώπινο κρέας, χασάπικο σκέτο. Ψήφο στους παρακμιακά ρομαντικούς αυτού του κόσμου, ψήφο σ'εσένα. Που σε σκέφτομαι να χορεύεις στα Waverley Steps κι ο αέρας τους φυσάει μέσα μου μανιασμένα. Τεντώνομαι να σε χωρέσω , κι όταν μου λείπεις και δεν έχω λεφτά να τρέξω στην αγκαλιά σου, με πιάνει μέσα στη νύχτα μια τεράστια επιθυμία να βγω στους δρόμους αναμαλλιασμένη να παίξω τα άπαντα του Bartók για πάρτη σου, να καπνίζω σα φουγάρο να με λένε τρελή οι γείτονες, να γελάμε. Σου ανήκω, μα δεν με κατέχεις. Εγώ κι εσύ γεννηθήκαμε στου πολέμου της γης το ναυάγιο. Κι είμαστε ελεύθεροι. Ελεύθεροι αλλιώτικα.
Yann Tiersen - Chapter 19
Yann Tiersen - Chapter 19
posted by Xνούδι at 11:41 AM
<< Home