Sunday, November 28, 2010

ΟΙ μουσική του δρόμου



Διασχίζοντας την Ερμού Σάββατο , δίνουν ρυθμό και χρώμα στα γκρίζα πρόσωπα και τις μισοάδειες τους σακούλες. Στα στενά της Πλάκας ανάμεσα στα τραπέζια των ταβερνείων και των café ενοχλούν με μεγάλες δόσεις ταλέντου τους βυθισμένους στην αδράνεια θαμώνες. Στο μετρό τα κουρασμένα απογεύματα στέκονται όρθιοι χωρίς να στηρίζονται πουθενά παρά μόνο στην τέχνη τους και στον ήχο που κάνουν τα λιγοστά ψιλά πέφτοντας στο τσίγκινο κυπελάκι . Τα πρωινά της Κυριακής στις γειτονιές στριμώχνουν τα σ'αγαπώ γιατί είσαι ωραία σ'αγαπώ γιατί είσαι εσύ και τις νύχτες στα Εξάρχεια τα τραγούδια τους πηδούν πάνω από μεγάλες φωτιές κάνοντας μέσα τους ευχές μέχρι να κατακαθίσει η φλόγα . Ο γέρο Σάββας "πεθαίνω αρνούμενος το θάνατο κι ελευθερία φωνάζω" , οι Romano dueto, o Maestro Gogu , σπουδαγμένοι οι περισσότεροι με διπλώματα ή από οικογένειες μουσικών που ταξιδεύουν παρέα με τους αυτοδίδακτους καημούς τους , τα φαγωμένα δάχτυλα και τα ταλαιπωρημένα τους πνευμόνια . Που η ζωή τους έριξε σε κάποιο πεζοδρόμιο ή μπροστά από μια αφιλόξενη πλατεία. Μόνιμοι κάτοικοι περιθωρίου στα μάτια των βολεμένων, ασυμβίβαστα ελεύθεροι από κανόνες για μερικούς, cult αισθηματίες για κάποιους άλλους. Στο Εδιμβούργο ο Gorgy που χορταίνει το στιγμιαίο κοινό του ανάσες , ο Sergio στο Παρίσι που ντύνει στα μαύρα τις στιγμές, στο Άμστερνταμ ο Davide που κάνει τον χρόνο να μετρά αντίστροφα κι ο Manu στην Πράγα που αναδύει μια μελωδία άγουρη μπλε κι αν τον ρωτήσεις για’κεινον θα σου μιλήσει για τους ήχους που κυνηγά στο κεφάλι του γι' αυτό ποτέ δεν κοιμάται. Το χέρι μου νιώθει άδειο θα σου πει όταν δεν παίζω, όλο μου το αίμα μαζεύεται σε έναν άγριο χτύπο , λίγο να μείνω , λίγο να φύγω, με μουσκεύει αδιάκοπα η απόσταση, "μια μέρα θα ξυπνήσω άστρο όπως το ’λεγες. Δεν θα φοβάμαι πια τον κεραυνό". Κάθομαι πάντα απέναντι, στρίβω τσιγάρο και κάθε φορά νομίζω πως έχω βγάλει τα ρούχα μου και περπατώ σε ένα δάσος, ότι μπορώ να κοροιδέψω την απόγνωση, ή ότι θα σε ξεχάσω, θα βγω στο δρόμο ξυπόλητη, και όταν με βλέπουν τα πιτσιρίκια θα γελάνε. Πάντα ντρέπομαι να τους δώσω χρήματα κι ας τα έχουν οι περισσότεροι ανάγκη, πώς να πληρώσεις την ανεπιτήδευτη δεξιοτεχνία τους, τι να δώσεις σε τόσο συναίσθημα, πως να αγοράσεις προσωπικές νοσταλγίες ; Κάποτε με τον βιολιστή μιας πλατείας του βορρά μοιράστηκα μισή σοκολάτα για να με ευχαριστήσει με νότες του Dvorak κι ένα χαμόγελο αξέχαστο που μου έμαθε πώς μυρίζει ο ήλιος. Zoltan, Michel , Kωνσταντίνος, Vladimir . Οι μουσική του δρόμου έχουν όνομα και έχουν και δέκα κούτες γεμάτες περηφάνειες , που τις μεταφέρουν από πόλη σε πόλη άλλοτε μόνοι , άλλοτε με παρέα ντυμένοι παράξενα , περιφερόμενα καλειδοσκόπια που αντί για καρδιά στο στήθος τους χτυπά ένα μεγάλο φωταγαγωγημένο παλκοσένικο και σε κοιτούν με βλέμματα που δεν χωρούν μέσα σου και σου σκίζουν τα πλευρά.




posted by Xνούδι at 1:15 PM

Sunday, November 14, 2010

Γαβ η αγάπη

Μετά τις 2 τα ξημερώματα στα σκυλάδικα της Εθνικής Πύργου – Πατρών, Αθηνών - Λαμίας, γραβάτες λύνονται για να δεθούν μεγαλύτεροι κόμποι στο λαιμό και καλοχτενισμένες γυναίκες ρίχνουν την χάρτινη ηθική τους και τις χρυσές τους αλυσίδες στην τσάντα για να αντέξουν το βάρος πιο ασήκωτων, άλλων. Μετανάστες εργάτες μετρούν τα ψιλά τους να δουν αν φτάνουν να τη βγάλουν κι αυτή τη νύχτα , μπίζνες στα Βαλκάνια, πιτσιρίκες που ισορροπούν σε δωδεκάποντες ανασφάλειες, ψευτοροκάδες που βρέθηκαν εδώ στα κρυφά. Ποτήρια που αδειάζουν , χέρια με λογοδιάρροια, κάπνα , μεταχειρισμένα γαρύφαλλα, άλλοθι μπόμπες, παρελκόμενη μοναξιά. Φιλμ ακαλαίσθητα, βουτηγμένα στην αλήθεια του καλύτερου σκηνοθέτη, η ζωή μου απόψε ντύθηκε λουλουδού , ο τραγουδιστής να ασθμαίνει ανάμεσα στα κουπλέ, εγώ να νομίζω ότι θα ξεψυχήσει στην πίστα, να ζηλεύω τους μουσικούς που εκτελούν χρόνο και μέτρο στα δέκα βήματα γιατί εδώ , κάθε παραγγελιά είναι κι ένας θάνατος, κάθε στροφή μια καψούρα κάθε λουλούδι ένας αποχωρισμός. Και κάπου γύρω στις πεντέμισι, σ’ αυτό το σφαγείο του ήχου, την ώρα που κανείς δεν το παίζει άτρωτος και όλοι πιωμένοι θυμούνται , να σε θυμάμαι κι εγώ. Να ανησυχώ αν κρυώνεις , να μην υπάρχει - επιτέλους- ούτε ένας να ρωτήσει ακόμη; Τι θα πει ακόμη; Τι θα πει ακόμη. Κανείς να μην απορεί που για μια σου μπλε λεπτομέρεια απαρνήθηκα τα ταξίδια μου κι όλοι να με πιστεύουν όταν τους λέω τύφλα πως έχω πεθάνει ήδη μια φορά μαζί σου μέσα στα χέρια μου εκείνο το γαμημένο Σάββατο με τα σταματημένα του ρολόγια. Γι’αυτό δεν έχει μείνει τίποτα να φοβάμαι, γι' αυτό κι απόψε είμαι εδώ και σέρνομαι να λησμονήσω, να σιωπήσουν όλοι , ακόμα και η παραφωνία να σιωπήσει , κι η κακογουστιά, κι οι χριστοπαναγίες και τα γαμιόλη ξέρεις ποιός είμαι'γω. Να ρέει στυφό το κρασί σε γυαλί θολό, έτσι, για να λέμε ότι φταίει το ποτήρι, κι όλοι να κάνουν χορεύοντας τους απουσιολόγους. Νύχτα βαριά, λαϊκή, στο απόλυτο τίποτα, "Γαβ η αγάπη, γαβ ο Iούδας με το φυγαδευμένο βλέμμα του, Γαβ του κόσμου όλου οι αποστάσεις". Πόνος after, πρώτο τραπέζι πίστα.














Τίτλος , και εντός εισαγωγικών, από το ποιήμα του Οδυσσέα Ελύτη "Άσημον"















posted by Xνούδι at 2:27 PM

Saturday, November 13, 2010

The garden








video









posted by Xνούδι at 5:43 PM

Friday, November 12, 2010

Μείνε για όποιο λόγο δεν έχεις

Έλουσα τα μαλλιά μου κι έκοψα τα νύχια μου. Έμαθα καινούργια πράγματα στον μικρό καλλιτέχνη, αγόρασα 2 βιβλία που ποτέ δε θα διαβάσω, προσπάθησα να σκοτώσω για τρίτη φορά τη συναισθηματική μου καφρίλα, να της κόψω τα πόδια να μην έρχεται έτσι ατσούμπαλα και σου βάζει τρικλοποδιές, έφαγα μια μπαγιάτικη τυρόπιτα , μέτρησα δεκαεφτά μισοσβησμένες γόπες ανίκανες για οποιαδήποτε έκρηξη, κοίταξα μέσα σου και φοβήθηκα σαν τις αλλοδαπές πουτάνες όταν περνάνε τα σύνορα νύχτα στα κρυφά μα δεν στο'πα, περπάτησα οικειοθελώς έγκλειστη σε αστικά τοπία μιας πόλης που ρουφάει λαίμαργα κάθε στήριγμα, Σύνταγμα, Μοναστηράκι, Ψυρρή, όλα όσα τόσα χρόνια είπαμε ύπουλα με βρήκανε, και μαζί με τη λιγοστή γνώση που έχω για όσα σε πληγώνουν έπαιξαν ψυχαναγκαστικά σ’ επανάληψη τα τρία πρώτα τους δευτερόλεπτα χίλιες φορές, τι θα πει έκλεισε ένας κύκλος; Όντως όλα όσα συμβαίνουν μόνο σε κύκλους χωράνε; Τι γίνεται με τον χώρο που περικλείει αυτός ο κύκλος, με όλα όσα βρίσκονται εκεί, με το μέσα του; Χάνεται; Αδειάζει; Βιτρίνα – ζωή, ένα μηδέν ; Μείνε, για όποιο λόγο δεν έχεις και για όποιο λόγο δεν μπορείς. Θα ταίζω με τα σώψυχά μου τις γάτες. Να, θες κι εσύ λίγο; Ένα κομματάκι μωρέ. Ένα τόσο δα. Τι είναι ένα κομματάκι μπροστά σε ολόκληρο φαγοπότι;

posted by Xνούδι at 1:57 PM