Saturday, January 30, 2010

Ιώδιο







Ντυθείτε ό,τι θέλετε. Ντυθείτε μόνοι, πλήθος, σχιζοφρενείς . Ακόμα χειρότερα, εγκέφαλοι σε πλήρη στύση. Ντυθείτε εκείνος ο τύπος που νομίζει πως μπορεί να εξαγοράσει το θάνατο ή εκείνος που μέσα στη νύχτα του  κατεβάζει χριστοπαναγίες. Ντυθείτε  γροθιά στο πρόσωπο,  δολοφόνος επιθυμιών ή  ο στις δύσκολες ώρες πάντα θα υπάρχει κάποιος έτοιμος να το σκάσει.  Ντυθείτε θύτες ή θύματα κι  εγώ θα ντυθώ άκαρδο σχήμα.  Το πιο γελοίο κοστούμι,   το δικό μου θα είναι.











posted by Xνούδι at 1:28 AM

Friday, January 22, 2010











Καληνύχτα θεούλη. Σ' ευχαριστώ που μου ζωγράφισες χέρια για να αποχαιρετώ.








posted by Xνούδι at 12:09 AM

Wednesday, January 20, 2010












Που πάνε οι λέξεις όταν τελειώνουν γαμημένο μου ημερολόγιο;




















posted by Xνούδι at 8:32 PM

Wednesday, January 13, 2010






The art of thinking with sounds







posted by Xνούδι at 12:16 PM

Tuesday, January 12, 2010

Το πρωί σε βρήκανε μες στ' αποτσίγαρα *

Πανεπιστημίου, Βιβλιοθήκη, στάση μετρό. Λευκό χρώμα, ύπουλο. Αυτοεξόριστοι στην κεντρική λεωφόρο.  Αν υπάρχει κάτι λογικό στη μέρα είναι η νύχτα της.  Τώρα ζούμε συνειδητοποιημένα παριστάνοντας τους ασυμβίβαστους. Τους αμφισβητίες. Τους υπερασπιστές της κουλτούρας. Διαβάζουμε για μας λίγο πριν τον ύπνο,  «Δεν είμαι συγγραφέας. Είμαι ένας τύπος που γράφει» λέει ο  Philippe Djian. Τα  βιβλία  του μιλούν   για κάτι "περιθωριακά στοιχεία" που δεν βρίσκουν δουλειά, που δεν κοιμούνται και βλέπουν ασταμάτητα underground ταινίες. Εγώ τον φαντάζομαι άλουστο για μέρες, βρώμικο, με άδεια μπουκάλια πάνω στο κρεβάτι του και μπαγιάτικο καπνό στο στόμα να σκαλίζει μικρά χαρτάκια με σκέψεις, να τις βάζει επίτηδες σε λάθος σειρά  και να τις στέλνει ταχυδρομικώς και ανώνυμα στον εκδότη του. Οι δικοί μου ήρωες ονειρεύονται παλιά σπίτια και άδεια εφηβικά δωμάτια . Μεγάλωσαν  σε κρεματόρια σκέψεων και μια ζωή σκόνταφταν πάνω σε παλιομοδίτικα μυαλά. Φορούσαν το παλτό της μητέρας τους και διάβαζαν στα κρυφά την ατζέντα με τα τηλέφωνά της. Καμιά φορά τους ζητώ να μου το δανείσουν να δω επιτέλους πως μυρίζουν αυτά τα παλτά. Το φορώ και ύστερα κάθομαι  ήσυχα μέσα μου  και παγώνω.  Δίπλα ακούγεται κάτι σαν βόμβες που σκάνε ή αν είμαι τυχερή τίποτα.  Ο χρόνος κυλάει και ξεχάστηκα. Σου κάνω χώρο για εκείνους τους μεγάλους και έρημους αντίλαλους των γιατί που κανείς δεν αντέχει να ακούει, για τα θέλω, τα είναι και τα δεν πρόφτασα. Μεσάνυχτα κάπου, βλέμματα που συναντώ και πίνω μπύρες μαζί τους, δεν ξέρουν πως βλέπω τις γρατζουνιές στην πλάτη τους, δεν ξέρουν πως εκείνη η πρώτη φορά  που  οι αφηγήσεις μας  διασταυρώνονται από κοντά σε μια τρελή ανταλλαγή εγκεφαλικών κυττάρων ίσως  να είναι και η τελευταία, δεν ξέρουν πως καρδιοχτυπώ σαν κουτάβι γι'αυτό ψάχνω την τσέπη τους, χώνομαι εκεί και τους σφίγγω τα δάχτυλα, συνομιλώ με την παλάμη τους, τους λεω τέλος ή έστω παύση σε εκείνη την μακράς διαρκείας οικειοθελή απομόνωση. Καιρό πριν μέσα σε ένα αυτοκίνητο που έφτασε σ’ έναν τόπο στρωμένο με κρύο κατακαλόκαιρο  και δεν ήταν κανείς,  πήδηξα πάνω από όλα όσα μέχρι τώρα σκόνταφτα  και άρχισα να χαρτογραφώ  εξόδους από το μακελειό. Πάντα σκοτεινά είναι, επισκευάζομαι όμως να μη φοβάσαι τα ανακατωμένα σωθικά. Γίνομαι ατρόμητη. Φορώντας μαύρα και με μια  καρδιά να στέλνει ανυπόφορα αίμα στο κεφάλι μου έρχομαι να σε ψάξω. Δεν θέλω να ξαναπαίξω φτου και φεύγω. Δεν θέλω.











* Tίτλος , από το ποιήμα του Έκτορα Κακναβάτου, "Λέγοντας πέτρες".


posted by Xνούδι at 4:10 PM

Tuesday, January 05, 2010

Sometimes a giant hand comes to shake you...











Μα δεν υπάρχει μία γωνία; Μία μόνο γωνία; Να κρυφτούμε, οι μισοί έστω, γιατί το φοβόμαστε έτσι όπως το βλέπουμε αυτό το γιγαντιαίο χέρι πίσω από τον αλεξίσφαιρο ολοστρόγγυλο κόσμο μας να έρχεται καταπάνω μας τρυφερό και ιδρωμένο, έτοιμο όλες τις φορές να πιάσει το ποδοπατημένο δικό μας, να κουνήσει το γυάλινο σπίτι μας να το γκρεμίσει, να μας πάρει από την άκρη της γης που καθόμαστε με τα πόδια κρεμασμένα στο κενό μας φωταγωγών θαμώνες , να μας χαιδέψει , μα τι όμορφα που πέφτει το φελιζόλ χιόνι στα κεφάλια μας, μα τι υπέροχα τρομαχτικές ουτοπίες που μας κερνάμε, μα ποιοί είναι όλοι αυτοί που αναβοσβήνουν δίπλα μας συναγερμοί χωρίς ήχο, ανούσιες και άναρθρες ησυχίες , τόσες πολλές, τόσες πολλές που να μην τελειώνουν όσες και να καταχωνιάζουμε κάτω από την γλώσσα;

Τέλος πια με τις βουβές κραυγές, τέλος. Μόνο ηχηρές και ολόκληρες φίλε που ήρθες απ'τα παλιά να καθαρίσεις τα ψαίματα από τα μαλλιά μου και τα κατάφερες. Μόνο ιαχές ρε, ολόκληρες , κι άμα γουστάρουν.




Olafur Arnalds-Raein








posted by Xνούδι at 9:58 PM