
Τα θυμάμαι όλα. Δεν ξέχασα τίποτα. Ό,τι δικό σου το δάγκωσα, το κατάπια, το ξέρασα. Κάθαρμα έγινα κι ας ήθελα να μοιράσω την αγάπη σου να τη φάμε παρέα. Ξέσκισα το κεφάλι σου με ευκολία μαγική. Το μυαλό σου το μάσησα, το γεύτηκα, μα πεινούσα. Τα μάτια σου τα έβγαλα. Με δύναμη γεωτρύπανου τα έμπηξα στα δικά μου. Τα χέρια μου σε ξεκοίλιασαν. Τα χέρια μου τράβηξαν τα άντερά σου. Τα φίλησα, τα καθάρισα , τα έφαγα, μα ακόμα. Στα απομεινάρια σου κόλλησα το λερωμένο μου πρόσωπο, στα απομεινάρια σου έψαξα με το στόμα μου να βρω αν έχεις κι εσύ μέρος που λουφάζεις να κλάψεις, και το βρήκα. Για ώρες έπινα από εκεί μα διψούσα. Με τα δόντια μου τράβηξα τα κομμάτια σου και με την γλώσσα μου έγλειψα ένα ένα τα κόκαλά σου. Την καρδιά σου την ξερίζωσα και τη γέμισα σάλια και ένοχες σιωπές. Πανηγυρικά μόνη, με καύλα θηρευτή. Όλα τα θυμάμαι. Ό,τι δικό σου το δάγκωσα, το κατάπια , το ξέρασα. Ξάπλωσα μπρούμυτα πάνω σου. Τη σάρκα σου κομμάτιαζα μέχρι να χάσω τη μορφή μου. Αγωνιώντας και τρέμοντας, σε κατάσταση ναυτίας. Ξανά και ξανά. Η ίδια εντολή. Όταν δεν έμεινε τίποτα, κράτησα την αναπνοή μου. Δίπλα σου άφησα κάτι πολύ. Κάτι δικό μου, κάτι πούστικα κόκκινο, κάτι γεμάτο εσένα. Βάρους λίγου. Βάρους ελάχιστου. Βάρους είκοσι και ενός γραμμαρίων.