Ξαπλώνει ανάσκελα στην κόχη της νύχτας . Μας σκεπάζει να μη κρυώνουμε δρασκελώντας θανατερά κρεβάτια και μάντρες παιδικής αφέλειας. Κάθεται στα λιμάνια και ψέματα φεύγει, αρρωσταίνει ψέματα. Κεφάλι , μύτη, αυτιά, μάτια, λαιμός.
Με το μέτωπο κολλημένο στο τζάμι ο Αύγουστος δεν μιλά κι όσα δεν λέει κλαίνε μέσα στην κοιλιά του. Φορά βρεγμένα εσώρουχα γιατί ανάμεσα στα σκέλια του στοιβάζει όλες τις αφές μας και έχει πόδια γεμάτα καψίματα από εξατμίσεις μηχανών. Διαβάζει ξεχασμένες εφημερίδες στις στάσεις του άδειου προαστιακού και έχει ενήλικα χέρια με παλάμες παιδικές . Σκύβει να δέσει τα κορδόνια του μα δεν τα καταφέρνει, του δένετε τα κορδόνια του σας παρακαλώ;
Τα φυλάει σκυφτός πάνω στα γονατά του, και όταν δεν έχει όρεξη παίζει κρεμάλα με το όνομά του. Στην πλάτη του έχει μια κρύπτη που οδηγεί σε μια πολιτεία βυθισμένη σε έναν αρχαίο ωκεανό. Ίσως να είναι και η Ατλαντίδα. Δεν γνωρίζω. Θα σε ενημερώσω όμως όταν αποφασίσω να κατέβω εκεί κάτω.
Τριγυρνά πίνοντας μικρές γουλιές από ένα μπουκάλι περιστασιακών λέξεων ή ανοίγει τα πόδια του να ξαποστάσουν ανάμεσά τους θηρία. Παίζει πάντα τον κακό. Για να τον πιστέψουν, γελά ειρωνικά πίσω από τα δρώμενα.
Ο Αύγουστος έχει σημάδια στους ώμους από τα ακουμπισμένα μας κεφάλια. Περιπλανιέται γλύφοντας και σνιφάροντας μυρωδιές που μας ανήκουν. Έχει και στόμα ο Αύγουστος. Παρηγορεί, δαγκώνει, και καμιά φορά,
ουρλιάζει κιόλας.