Τα ανεπίστρεπτα, ανεπανάληπτα πρωινά της άνοιξης, τα απολαμβάνω επαρκώς. Χέρια κρύα, μα εσύ ποτέ δεν με τρόμαξες. Χαιδεύεις τη γυναίκα, βγαίνεις στους δρόμους με το κορίτσι, ουρλιάζεις κάτω από το γέλιο του φεγγαριού με το αγρίμι. Καθώς τα χρόνια έρχονται τρένα σιδερένια καταπάνω μας και τρέχουμε στα μικρά κάθετα σοκάκια του σταθμού να σωθούμε, μαζί ξεφτίζουμε. Σαν τα πόμολα των μικρών ξενοδοχείων που οι ποιητές ψάχνουν σ’αυτά τον επόμενο θριαμβευτικό τους στίχο. Ξέρω, πως τα μάτια που θυμόμαστε είναι συνήθως της τελευταίας στιγμής, φυλαγμένα σε γυάλες με θαλασσινό νερό και η κουπαστή επιθυμία, το μόνο χώρισμα απ'τον επαναληπτικό μας ορίζοντα. Το τώρα; Η τελευταία γωνιά του κόσμου που υπερασπίζομαι.