Τώρα τρέχει πίσω από τον ίλιγγο του χρόνου να μην σκουριάσουν οι ευτυχίες , τρέχει μέσα σε χειμωνιάτικες κουζίνες, στα πάρκα , στις βελούδινες καρέκλες των σινεμά, στις εξωφρενικές έσω πορείες διαμαρτυρίας του, στις βουβές διαδρομές μέσα σε σπίτια που δεν υπάρχει ούτε ένα μέρος να κρύψει και να κρυφτεί. Εκείνη πάντα εκεί, tribute στο άυλο της ύπαρξης. Την συναντά στις κυλιόμενες σκάλες μεγάλων εμπορικών καταστημάτων, πάνω στις άσπρες διαχωριστικές γραμμές του δρόμου, στο βλέμμα των φίλων του που επιστρέφουν απ'τα ταξίδια τους πιο μόνοι από ποτέ, στο βλέμμα γνωστών που πίνουν καφέδες ή κάνουν ότι φιλιούνται μεταξύ τους κολακεύοντας ο ένας τον άλλο χαμερπώς. Τη θυμάται να αδειάζει πάνω του το κορμί της, να πέφτει στην ψυχή του με φόρα ξανά, νομίζει πως οι μύθοι ευδοκιμούν κάτι χάρτινους μήνες σαν και τούτο, τους διαλύει όμως το ψύχος πανηγυρικά. Δεν τολμά ούτε να τους αγγίξει, χαλάνε. Που να εξηγεί, σωπαίνει. Αποχωρισμοί με απροσδιόριστη διάρκεια που απαγορεύουν συναισθηματικές εξαρτήσεις εξηγούνται; Δεν έχει τίποτα δικό του μα ότι αγαπά το χαρίζει, ακόμα κι αν χρειαστεί να το ξεκολλήσει για να βγει απ'τη θέση του. Δεν ανήκει σε κανέναν και πουθενά, όμως κι αυτό καταδικάζει όλα όσα έχει να πει να μην λέγονται. Δεν υπάρχει απόσταση μέσα του νομίζει. Ίσως πάλι να είναι η μεγαλύτερη. Απόψε γουστάρει να χειροκροτήσει μια πτώση και θα ξεκινήσει από τη δική του.