Monday, August 25, 2008
Nine cigarettes

Σε μια γκαρσονιέρα κάπου στην Αθήνα , εκεί που έβγαλες σιωπηλά μπροστά του τα ρούχα σου και έστειλες οριστικά την αθωότητα ταξίδι για δουλειές . Ο λεκές της στο εργένικο κατωσέντονο έκαιγε πούστικα κατακόκκινος σαν την κάφτρα στα δαχτυλά σου και δεν έσβησε ούτε το βράδυ , χωμένη στο κρεβάτι της μαμάς, εφτά χρονών δήθεν, φορώντας πυτζάμες με αυτοκινητάκια.
"Εκτός από αυτούς που αγαπάμε πρέπει να προστατέψουμε και όσους μας αγαπούν" άντεξες μόνο να πεις και το στομάχι σου γέμισε με εκείνη την αίσθηση του κορεσμού αποχέτευσης. Πριν φτάσεις στο σπίτι άναψες τσιγάρο και μαζί με την κάπνα του, κατάπιες αμετάκλειτα το αγαπημένο σάλιο που χοροπήδαγε αχνιστό ακόμα πάνω στα χείλη σου.
Απουσία είναι οι αμέτρητες μικρές παρουσίες, που δεν έχουν αρκετή δύναμη να προφέρουν ένα όνομα, σκέφτηκες καθώς στο βάθος του συρταριού της τα τσιγάρα της, τα δικά της ξεχασμένα τσιγάρα σε περίμεναν έναν ολόκληρο χρόνο μετά από το άδειο εκείνο Σάββατο με τα σταματημένα του ρολόγια. Τρία τον αριθμό, τα κάπνισες σχεδόν τελετουργικά, με τον καπνό μπαγιάτικο και αιχμηρό να κατακάθεται στην πληγή του οισοφάγου για όλο το υπόλοιπο της ζωής σου και να την ξύνει να την ξύνει να την ξύνει.
"Κι ούτε που θα σε ξαναδώ" σου είπε μέσα στο στόμα ψιθυριστά και η φωνή σου δεν είχε ήχο κανένα, δακρύζοντας δήθεν από τον καπνό . Τα δαχτυλά σου τυλίχτικαν γύρω από ένα σκληρό αμερικάνικο και η γλώσσα σου γύρω από την δική του, ανταποδίδοντας τον ψιθυρισμό.Την υπόλοιπη τελευταία νύχτα σου άναβε τα τσιγάρα, μόνο και μόνο για τα ελάχιστα κλάσματα του δευτερολέπτου που έβλεπε στην λάμψη του αναπτήρα τα μάτια σου.
Έφτα μήνες και δύο βδομάδες ακόμα , σου είπε χαμογελώντας ο άγνωστος κύριος που είχε σπουδάσει να ψάχνει σε γυναικεία σκέλια αν υπάρχουν μωρά.
Στον καναπέ ένα αγχωμένο τελευταίο στριφτό σε καλωσόρισε στην πρώτη ναυτία. Ένιωσες το ασχημάτιστο ανθρωπάκι να αναδιπλώνεται και να ασφυχτιά μέσα σου. Κουλουριάστηκες γύρω του να κοιμηθείτε με το χέρι σου ξύπνιο για πάντα πάνω στην κοιλιά σου.
Το όστρακό μου πονάει μαμά της είπες και για πρώτη φορά μετά από χρόνια κάθησε πλάι σου , πάλι χωρίς να ανταλλάξετε χέρια , παρά ένα κατοστάρι από το καινούργιο της πακέτο και λίγη από την δική σου φωνή . Εντάξει, αλλά πως γίνεται οι λέξεις «δύο βότκα πορτοκάλι» να διπλασιάζουν την μοναξιά μου; Έφερες τα χέρια στο πρόσωπο κι αν γύρισε να σε κοιτάξει για τελευταία φορά, σίγουρα ήταν εκείνη τη στιγμή.
Το άναψες πριν ξεκινήσεις να κατεβαίνεις τρέχοντας την σκάλα. Η πρώτη τζούρα στο κεφαλόσκαλο και η δεύτερη 5-6 σκαλοπάτια πιο κάτω.
Τώρα μ’αγαπάς! Τώρα που δεν με έχεις, έκλαιγες σιωπηλά δέκα λεπτά πριν, την ώρα που υπέγραφες το μεγάλο χάρτινο «χώρια» σε εκείνο το παλιό γραφείο με τους πράσινους ρουστίκ καναπέδες και τα παλιομοδίτικα κάδρα.
Πότε πηδήχτηκες τελευταία φορά, σε ρώτησε και χώθηκε μέσα σου. Έξω απ' το ξενοδοχείο φωνές, σαν πλήθος συγκεντρωμένο, η ένταση μιας τηλεόρασης, οι ξεφτισμένες πετσέτες , μια πόρτα που ακόμα προλάβαινε να οδηγήσει σε κάποιο άλλο σκηνικό πιο φωτισμένο και μια δυνατή καταιγίδα. Στο τέλος του fake οργασμού σου, ντύθηκες βιαστικά και βγήκες στο δρόμο. Έκανες όσο τσιγάρο προλάβαινες πριν σβήσει και αποφάσισες την λέξη που θα χτυπούσες κάθετα, στο κέντρο της πλάτης σου. Δεν, με , νοιάζει.
Το ανάβεις κάθε φορά. Και σχεδόν κάθε φορά ποτέ δεν το καπνίζεις. Για να στραγγίξεις τα τραγούδια χρειάζεσαι όλα τα δάχτυλα. Για να εξουθενώσεις την μουσική, να την στείλεις για ύπνο. Για να σκεφτείς τα τσιγάρα σου. Για να πεις την αλήθεια. Για να μπορείς να την διηγηθείς με μια ανάσα.
Το κείμενο είναι αφιερωμένο στον Κ.Κ.Μοίρη.
posted by Xνούδι at 9:41 PM
27 Comments:
Μόλις άναψα το δέκατο...
Αν είναι δυνατόν, γραμμένο με το ζόρι από το μούδιασμα. Τα ειλικρινή μου σέβη.
Ένα απο τα σημαντικότερα τσιγάρα άναψα όταν κατάλαβα ότι κάτι πολύ επικίνδυνο αρχίζει να συμβαίνει. Φόβος. Καπνίζω. Μην με πας σπίτι. Φύγε. Θέλω να γυρίσω μόνη μου.
Και μόλις άκουγα τα βήματα μου να τρέχουν στα σκαλιά.
Μετά τίποτα.
Απογείωσα τη γόπα στον ουρανό και άναψα το επόμενο. Μέχρι πόνου.
Φυγές. Και ξανά ποτέ επιστροφές.
Μπορώ απλώς να μην γράψω τίποτα χωρίς να με παρεξηγήσετε;
Γλυκόπικρα αποκόμματα. Ακριβώς όπως και η ζωή. Να'σαι καλά Μελένια.
19 συνολικά, τα διάβασα όλα, κάπνισα τις γόπες τους ξανά και κάπου μέσα στην κάπνα τους αναγνώρισα λίγο από μένα.
Όταν έρθεις,
δυνάμωσε ηχεία. Ξέρω πόσο το αγαπάς
! ! !
(πολύ ευχαριστώ)
Στελλί
Στρίβω ένα πρώτο για σήμερα.
Γιάννη Σ
Ανταποδίδω ειλικρινώς
Χρυσόψαρο
Καρκινογόνα πυγολαμπίδα, έτοιμη προς απογείωση. Εδώ να'ρθεις στο φως, να λογαριστούμε, να του πεις. Τσαφ!
Spy
Εκτιμώ αφάνταστα τις εύγλωτες σιωπές.
Λάκη
Σαν την σοκοφρέτα του Παυλίδη με το μπλέ περιτύλιγμα. Αφού την καταπιείς καταλαβαίνεις την γεύση της.
Μάνο
Ποιός ξέρει πόσες τέτοιες γόπες γεμίζουν άλλα τασάκια. Εκείνες τις δέκα, μία μία τις είχα καπνίσει όταν τις βρήκα.
(Στο τέρμα ήδη μαζί με μια γερή δόση καφέ. Ότι πρέπει για εναρκτήριο άκουσμα, αγαπημένο πολύ. Ευχαριστώ).
Κ.Κ.Μοίρη
Αληθινή που είναι η στίξη...
(Δεν κλείνω την παρένθεση μήπως και χωρέσει κάπου και το δικό μου
.
.
.
παυσεις.
και που να ξερα..
οταν ειπε η στελλα χθες στην εκπομπη "διαβασαμε και το ποστ της χνου" επιτηδες δεν το διαβασα γιατι κατι μεσα μου , μου ελεγε πως μετα θα αλλαζε ολη η λιστα των κομματιων που θα ακολουθουσαν.
πρωτο τσιγαρο της μερας. ηδη αυτοκτονησε μονο του μεσα στο τασακι.
να..κι αυτο απο εμενα, κυριως για τον τιτλο του..αυτη ειναι η ευχη μου και για οσα δεν μπορω να πω ζητω συγγνωμη.
http://www.youtube.com/watch?v=THrzRu02K1Y&feature=related
φιλια ρε χνου. φιλια
Ρε συ
Ρε συ
Ρε συ
Ρε συ
Ρε συ
Ρε συ
Ρε συ
Ρε συ
Ρε συ
χίλιες φορές φτάνει; Και ειλικρινά, όπως το ζήτησες.Το πιο ειλικρινές ρε συ, μόνο για σένα.
Για να στραγγίξεις τα τραγούδια χρειάζεσαι όλα τα δάχτυλα
!!!!!!!!!!!
Etsi!!!!!!!!!!!!!1
Είναι από τις ευχές που σχεδόν πάντα πιάνουν, Αλισιάκι που στενοχωριέσαι. Κάνουμε ένα μαζί τώρα να χαζέψουμε την νύχτα και την Πέμπτη θα το ντουμανιάσουμε εκεί μέσα.
Άρη
Πολύ καλά λοιπόν. Ρε συ από δω και πέρα. Για το ειλικρινά σου, δεν θα αμφέβαλα ούτε ένα δευτερόλεπτο. Όλα καλά. Όβερ!
sigma
Ετσι, μα και πάλι, δεν εξουθενώνεται εύκολα. Από το πρωί προσπαθώ με μία κι ακόμα.
"Εκτός από αυτούς που αγαπάμε πρέπει να προστατέψουμε και όσους μας αγαπούν"
"Κι ούτε που θα σε ξαναδώ"
"Τώρα μ’αγαπάς! Τώρα που δεν με έχεις, έκλαιγες σιωπηλά δέκα λεπτά πριν, την ώρα που υπέγραφες το μεγάλο χάρτινο «χώρια»"
Ήδη στο 15ο.....
Εγώ ξεκίνησα να στρίβω με το που ξεκίνησα να διαβάζω και τώρα ψάχνω το φιλτράκι που είχα στο στόμα. Μάλλον το κατάπια...
Φιλί Ψιτ. I'm back...
Και εγώ έγινα καπνός....πίσω από κάθε λέξη, από ένα κρυφό νόημα και μια λανθασμένη παρεξήγηση.
μέσα σπό ένα φθινόπωρο που την ψυχή μου πλαισίωνει κρατώ αυτό:
"Εκτός από αυτούς που αγαπάμε πρέπει να προστατέψουμε και όσους μας αγαπούν".
Angel kiss
Για να στραγγίξεις εσένα, κοίτα να δεις, δεν χρειάζεται ούτε ένα από τα δικά σου δάχτυλα. Φτάνει να έχει ο άλλος. Εσύ θα σε στραγγίξεις, με τα δάχτυλα του άλλου.
Πάντα ο άλλος. Ο κάθε.
pandora's box
Την μέρα που "ανέβηκε" το κείμενο εδώ, έκανα 2 πακέτα των 25. Αρνούμαι να κάνω την πολύ απλή αυτή πρόσθεση (νομίζω ότι αυτοί που ξέρουν, αυτό τον ονομάζουν στρουθοκαμηλισμό).
Κοινές των ανθρώπων πορείες που γεμίζουν πνευμόνια ε;
Καλως ήρθες.
Αγαπημένο Ψιτ μόνο η μουσική θα μας γλυτώσει από την κάπνα (και από άλλα πολλά). Θα συνεχίσω να στρίβω άφιλτρα. Η αποφυγή κατάποσης φιλτρακίων είναι ένας καλός λόγος.
Άντε να πάμε να πιούμε καμιά μπύρα να μου πεις για τα τραγούδια ναι;
Aurangel
Ζητείται φθινόπωρο να πλαισιώνει ψυχές και να τις δροσίζει. Τύχη είναι αυτό. Δεν ρίχνεις και κανένα φυλλαράκι κίτρινο στον καύσωνα της δική μας;
fluffy kiss :)
Αίολε
Είσοδος ελεύθερη, έξοδος κινδύνου.
Απουσία είναι η μαύρη σου σελίδα, μια χοάνη που βαρυτικά κατανικά όλα τα χρώματα, από τα ελαφρά έως τα πλέον κορεσμένα, αδυσώπητη, ακατανίκητη, πελώρια βαρυστομαχια. Στεγνώνει πίνακες, σουφά ποιήματα, παρασέρνει ιαχές και λάμψεις, τα διαμελίζει όλα και αφήνει στην μαύρη άφρη τα κουφάρια τους να γαληνοστεκούν, θεωρητικά άτακτα, μα υποσυνείδητα σαν καλοβαλμένα κομμάτια ενός άρρητου πάζλ.
Το μαύρο σεντόνι είναι ένας καταρράκτη από λέξεις, που σε οδηγούν προς τα κάτω, σε κβαντισμένα σκαλοπάτια σαν του κλειδοκυμβάλου σου τα πλήκτρα, συγκερασμένα, όλα όμοια, σαν τουβλάκια λέγκο, πότε πάνω, πότε κάτω, κατά το δοκούν και κατόπιν συμφωνίας με μια εσώτερη ανάγκη αρμονίας, ορίζεις διαδρόμους, επίπεδα καταβασίες και ανηφοριές, διπλιμπλεγμένες κλιμακες που διασταυρώνονται συχνά, σαν της θύμησης τους νευρώνες, που από αλλού ξεκινούν , μα δεν καταλήγουν στο ίδιο μέρος.
Στα τοιχώματα του οισοφάγου κρεμάς δαδιά, μα γρήγορα τα ανταλλάσεις με σκεπάρνια, σκάβεις τοιχώματα, διαδρόμους και πιασίματα και από τη ζώνη σου κάθε σχοινί που φτάνει στο τέρμα του, το λαμπαδώνεις σαν γράμμα που μόνο ο καπνός του θα φτάσει στον τελικό αποδέκτη, γιατί ο στόχος σου ήταν να ψάξεις να βρείς και όχι να ξαναβρεθείς.
Σε κάθε βάθρα του νού βρίσκονται μισοθαμμένες λέξεις και θέλω σαν ατερμάτιστα καράβια στο καρνάγιο, βάρκες βουλιαγμένες σαν την αθωότητα και την αφέλεια που μόνος σου καταπόντισες, γιατί το σκαρί τους δεν θα σε έγβαζε μακρυά, σαν τις σαρκοφάγους από τα νιότευκτα τζιτζίκια, δείγματα πρώιμης ηλικίας, μα όχι και ωριμότητας.
Όλο και πιο βαθιά, τόσο πιο μαύρος ο πηλός, πιο πνιγηρός, πιο εγκατικός, να κλείνει τα μάτια και τα αυτιά, να σου μπουκώνει το στόμα, να τον ξερνάς και να τον καταπίνεις αυτοστιγμής, μα να μην πνίγεσαι και να συνεχίζεις.
Μαρμαρωμένοι έρωτες σαν του βασιλιά τους δέκα χιλιάδες στρατιώτες, όλοι οι τοίχοι που χάραξες τα αρχικά σας, οι πηγές των δακρύων που καταπιώθηκαν σε λυγμούς και αναστεναγμούς πριν γίνουν λόγια, γιατί τα λόγια είναι λειψά και δεν ημπορούν να τα ζωγραφίσουν όλα, κάτι σακατεμένα σ’ αγαπώ και κάποια τσιμεντωμένα αντέχω, σαν προκυμαίες ερειπωμένων λιμανιών στέκουν κρεμάνταλα να χλευάζονται από το φωτεινό πηχτό σκοτάδι.
Κάθε φορά που μασάς τα λόγια σου πέφτει σκοτεινή πάχνη και κάθε που κουλαντρίζεις τα θέλω σου, γίνονται υπόκωφες εκρήξεις δυσπεψίας στα τοιχώματα της στομαχένιας μπετονιέρας σου που όλα τα καλύπτει, τα στραγγαλίζει στην ανυπαρξία, στον βαθύ του είναι σου πυρήνα.
Αγαπώ τον τρόπο σου που γράφεις σαν να τα βλέπω όλα αυτά, μέχρι την χαραμάδα που σκάβει στο σπλάχνο σου η ειλικρίνειά σου για να νιώσω ένα αεράκι στο πρόσωπο και μια χαραμάδα ωκεανού, γλυκειά μου ανεξάντλητη
it feels like i'm flying
(Εμμονή, όχι απλά της αρεσκείας μου, στην live εκδοχή του, με τα έγχορδα να σπάνε καρδιές και από το 3.08 και μετά να επιβεβαιώνουν για άλλη μια φορά πως τα πιο ροκ μουσικά όργανα είναι το βιολί και το τσέλο)
Και Κωστή; Άουτς!
Άκουσα την συμβουλή σου και την ακολούθησα μόνο που προχώρησα ένα βήμα μπροστά.
Στον Χειμώνα.
Μια δοκιμή θα σε πείσει.
Angel kiss
Μου αρέσει ο τρόπος που γράφεις.
Μου κρατά γλυκιά συντροφιά τα
βράδια μαζί με τον ήχο του κύμα-
τος τον οποίο ενεργοποιώ πάντοτε
ανοίγοντας το blog σου...
Συνέχισε...
Ελένη
Συγκλονιστικό κείμενο.
Το δεν με νοιάζει, είναι αλήθεια χτυπημένο ταττού στην πλάτη σου;
Aurangel
Ήρθα. Τα κατάφερα. Περιμένω χειμώνα και βόλτες στο κρύο με τα χέρια στις τσέπες.
Θα βρέξει στο είπα;
Ελένη
Κι εγώ όταν είμαι σπίτι το έχω ανοιχτό να ακούω. Είναι τρομερός συνδιασμός με την μουσική ο ήχος της θάλασσας.
Σε ευχαριστώ πολύ.
Ανώνυμε
Στην πλάτη εκείνης, αλήθεια, είναι...
μου πήρε καιρό να διαβάσω πίσω απο τις λέξεις μα θαρρώ τα κατάφερα, μόλις πριν λίγο
!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
Mου πήρε χρόνια να τις πω, αλλά τελικά τα κατάφερα, κλέβοντας τζούρες από τα δικά σας τσιγάρα και από τα άλλα, τα δανεικά, που κάποιοι έσβησαν στο τασάκι σας.
Σας ευχαριστώ και πάλι.
Εκλαιγες οταν το έγραψες; Εγώ τώρα το διάβασα και δεν μπορώ να σταματήσω Χνου.
Oύτε εγώ μπορούσα.
Post a Comment
<< Home