Μετρό 10:46 (Μουτζούρα να ξαναδώ αν γράφει το στυλό). Τρέμω για εκείνους που πάνε με αιμόφυρτη την καρδιά στην κουζίνα και φτιάχνουν καφέδες, κοιτάζοντας αμίλητοι έξω από το παράθυρο. Τυλίγουν σφιχτά το ρούχο τους και μυρίζουν το υγραέριο από το γκαζάκι. Tους λέω πως μια μέρα θα τους αγαπήσω, φοβάμαι μη φοβηθούν και φύγουν κι έτσι αποφασίζω να είμαι δίπλα τους στα κρυφά, δεν ξέρουν ότι τους ακούω όταν σηκώνονται αθόρυβα τις νύχτες , βάζουν να πιούν ένα ποτήρι κόκκινο κρασί στο άδειο σαλόνι, κρατάνε την ανάσα τους μη ξυπνήσουν τα παιδιά, κρατάνε την καρδιά τους μη διαλυθεί, να γλυτώσουν, δεν ξέρουν. Αυτοί οι μοναξιά δεν είναι απο χώμα από λάσπη είναι, όνομα έχουν; Χρόνια μετά, θα μπορέσω να σου αγοράσω ένα δικό σου; Να ρωτήσω πως σε λένε, να πεις; Αγαπώ χωρίς να γνωρίζω ούτε τη σημασία της λέξης ούτε τις βλάβες που προκαλεί , 24ωρα βενζινάδικα, χρωματιστά φώτα, χωρίς εσένα δεν υπάρχει χώρος να κρυφτώ, με τσούζουν τα μάτια μου από την κάπνα μ'ακούς; Δεν χρειάζομαι καμία ιδανική συνθήκη. Σε αφήνω να γαμήσεις επαναλαμβανόμενα έστω και μία ανάμνηση μου που να σε αφορά. Μπορείς; Μικρά, καθημερινά πράγματα. Είμαι σχεδόν πεντάχρονο. Πρόσφατα πέθανα. Έχω σύμβαση αορίστου χρόνου με το μαύρο κι έναν λαμπτήρα στον λαιμό κρεμασμένο. Μπορείς; Αλλαγή σελίδας. Στην χειρολαβή κρεμόταν πριν λίγο ένας άντρας πουλί. Θεέ τους, τι παράξενοι που είναι αυτοί οι άνθρωποι. Δεν έχουν μάτια, μύτη, στόμα. Μια πληγή καλύπτει το μέρος. Με αυτή την πληγή γελάνε, μιλάνε, κλαίνε, μισούν. Κι όσοι γεννήθηκαν να μην σέρνονται, να μην υποκύπτουν στο τραύμα ποτέ, πεθαίνουν με όλα τα χαρακτηριστικά τους. Ξημέρωμα κάπου στον Λυκαβηττό, βυθίζομαι στα ατάραχα νερά των υδρατμών σου. Όλες οι Κυριακές είναι μέρες ανεφοδιασμού και μορφασμών κακής διάθεσης την ώρα που φωτογραφίζω μπουκάλια πορτοκαλάδας. Τις Κυριακές σχεδόν με κλωτσάω μέσα μου. Σαβουριάζομαι στα σκαλιά μου και αιμορραγώ καφέδες και φτηνούς υπαινιγμούς. Οι Κυριακές ευνοούν τις κινήσεις εντυπωσιασμού. Ναι. Η αγάπη είναι ένας σκύλος από την κόλαση. Στα είκοσι, τέτοιου τύπου beat λογοτεχνίες σε απογειώνουν. Στα τριάντα εφτά , κοιτάς τα αδέσποτα καχύποπτα και σχεδόν όλα κουτσαίνουν. Στην πόρτα μου πια χάσκει μια αλήθεια που θα 'ναι πάντα μισή κι ένα πιτσιρίκι που γατζώνεται πάνω μου να κοιμηθεί και δεν βγάζει ποτέ τα παπούτσια του. An industrial silence και ότι έχει μείνει από μας, απόλυτες ευτυχίες και απόλυτες συντριβές, μέσα σε στοιχειωμένα τρένα που τρέχουν ιλιγγιωδώς σε άνυδρες ράγες γεμάτες οφθαλμαπάτες.